Για χρόνια κοιμόταν. Για χρόνια ήταν ήσυχη και μετρημένη. Όχι ότι αυτό την είχε οδηγήσει πουθενά. Τώρα, κοιτάζοντας εκείνα τα μακρινά φώτα, μπορούσε να ανακαλέσει με αρκετή διαύγεια τη στιγμή και το μέρος που άρχισαν όλα. Ήταν η Αρχαία Αγορά. Το αγαπημένο της μέρος από τότε που πήγαινε ακόμη σχολείο. Είχε κάνει βόλτες εκεί, είχε διαβάσει, είχε ζωγραφίσει. Όμως τη νύχτα εκείνη έκανε κάτι που δεν φανταζόταν ποτέ τον εαυτό της να κάνει. Όχι σ’εκείνο το μέρος. Αν και, τώρα που το σκέφτεται από απόσταση, τώρα που έχει περάσει κάποιος χρόνος...χαμογελάει στην ανάμνηση και το μόνο που έχει να πει είναι...στην τελική, γιατί όχι;
Είχαν βρει μια τρύπα στην περίφραξη από την πίσω μεριά της Αγοράς. Τον είχε τραβήξει μέσα εκστασιασμένη και ξαναμμένη. Δεν είχε περπατήσει ποτέ νύχτα ανάμεσα στις ελιές και τα αρχαία μάρμαρα. Κι ένιωθε κάτι μέσα της να τρέμει και να πάλλεται...μια ανάγκη που δεν μπορούσε να καταπολεμήσει. Εκείνος την ακολούθησε στωικά και με κάποια περιέργεια...ίσως γιατί του άρεσε να τη βλέπει τόσο ενθουσιασμένη. Έμοιαζε με μικρό παιδί και της πήγαινε. Το πρόσωπό της φωτιζόταν από μια αθωότητα που έμοιαζε ξένη σ’εκείνον τον κόσμο. Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της και τα ρούχα της έμοιαζαν να απορροφούν όλο το φως του φεγγαριού και να το σκορπίζουν πάνω της, στα μάτια της και στα μαλλιά της. Έπεσε στην αγκαλιά του, σχεδόν ζαλισμένη και τον φίλησε παράφορα και βαθιά, όπως ποτέ πριν. Ίσως έφταιγε το μέρος γι’αυτήν την ξαφνική έκρηξη. Εκεί μέσα ένιωθες πως βρισκόσουν έξω απ’τον τόπο και το χρόνο, μακριά από κάθε τι που θύμιζε το σήμερα...εκεί μέσα ένιωθες πως μπορούσες να αγγίξεις την αιωνιότητα.
Εκείνος κάθισε σ’έναν μαρμάρινο πάγκο κι έμεινε να την παρατηρεί, μ’ένα ερωτευμένο χαμόγελο, καθώς τον πλησίαζε αργά, με βλέμμα σκοτεινιασμένο από τον πόθο και το βάρος των αιώνων σ’εκείνο το μέρος, καθώς έβγαζε τα ρούχα της και σκαρφάλωνε πάνω του. Εκείνος μισογέλασε και κούνησε το κεφάλι του απηυδησμένος, λέγοντάς της πως ήταν τρελή, πως κάποιος θα τους έβλεπε. Και τότε, αυτή έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ξανά. Του είπε να βγάλει το σκασμό και να την πηδήξει. Κι εκείνος υπάκουσε στην παράξενη διαταγή, γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Τα χαμηλόφωνα βογκητά τους χάνονταν ανάμεσα στους ήχους των πουλιών και στο θρόισμα των φύλλων. Εκείνος είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα κι αυτή έμπηγε τα νύχια της και τα δόντια της όπου έβρισκε ελεύθερο δέρμα, μουγκρίζοντας σαν αγριόγατα. Κι όταν ήρθε σε οργασμό, δεν τέλειωσε με ίδιο βαθύ βογκητό όπως συνήθως, μόνο έριξε το κεφάλι της πίσω και ξέσπασε σ’ένα άγριο, λυτρωτικό γέλιο που όμοιό του δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά.
Από εκείνη τη στιγμή ήξερε πως τίποτα πλέον δεν θα ήταν το ίδιο. Είχε αλλάξει, μ’έναν τρόπο πιο βαθύ και πιο αρχέγονο απ’ότι μπορούσε να εξηγήσει με λέξεις. Ένιωθε πως είχε γευτεί λίγο από το νέκταρ και την αμβροσία των θεών και, μέσα της, κάτι την τραβούσε να επιστρέψει σ’εκείνο το μέρος. Κι όμως, αντί να είναι εκεί, είναι εδώ και κοιτάζει τα μικροσκοπικά φώτα που τρεμοπαίζουν μέσα στη νύχτα, σαν καντήλια έτοιμα να σβήσουν απ’τον αέρα. Είναι μακριά από την ιστορία κι από τον τόπο που λαχταράει η καρδιά της...από τον τόπο που την τραβάει όπως το φως τις πεταλούδες....τον τόπο που θυμάται στα όνειρά της. Είναι μακριά από τον έρωτα κι από κείνον και το μόνο που έχει για παρηγοριά σ’αυτό το χωριό που μοιάζει ξεχασμένο απ’τους θεούς είναι ένα τσάι που έχει παγώσει και μια οθόνη που ψιθυρίζει μελαγχολικές μελωδίες κάτω από τον γεμάτο αστέρια ουρανό.
Κι έπειτα...αυτό το μέρος είναι γεμάτο από μνήμη...τη μνήμη της. Είναι γεμάτο από γέλια και παιχνίδια που έπαιζε όταν ήταν παιδί. Τζαμί, μήλα, κυνηγητό, κρυφτό, λάστιχο και κουτσό, κορόιδο, χαλασμένο τηλέφωνο, θάρρος ή αλήθεια και τόσα άλλα που τώρα της διαφεύγουν. Είναι γεμάτο από νεκρή αγάπη, αν η αγάπη μπορεί ποτέ στ’αλήθεια να πεθάνει. Γεμάτο από περασμένα όνειρα που πια έχουν γεράσει κι υπάρχουν μόνο για να της θυμίζουν πόσο αθώα ήταν κάποτε. Πριν μερικά χρόνια δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τον εαυτό της να κάνει σεξ μέσα στην Αρχαία Αγορά, όμως τώρα το έχει ήδη κάνει και μπορεί να χαμογελάει στην ανάμνηση. Τώρα ξέρει στα σίγουρα πως δεν είναι φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ξέρει στα σίγουρα πως κάτι μέσα της είναι από αλλού και την παρασέρνει διαρκώς να κάνει πράγματα παράλογα και παράξενα, που άλλοι δεν σκέφτονταν καν.
Κέλτικη μουσική στο προσκήνιο. Ήχος νερού που κυλάει, πάντα κυλάει κι ενός αυλού που μοιάζει να του δίνει πνοή κάποιος παιχνιδιάρης και αεικίνητος σάτυρος. Χαμογελάει στον εαυτό της και τυλίγει τη ζακέτα γύρω της σαν αυτή να είναι το μοναδικό αντικείμενο που έχει μείνει αληθινό σ’αυτό το σύμπαν που είναι φτιαγμένο από κρυσταλλωμένη ζάχαρη και μπισκότο. Χαμογελάει στον εαυτό της γιατί ξέρει πως εδώ κανείς δεν μπορεί να τη βρει, πως είναι μακριά απ’ όλους κι απ’όλα, πως είναι ασφαλής όσο είναι και μόνη. Αυτά τα δυο φαίνεται πως πηγαίνουν πάντοτε μαζί, σκέφτεται. Η ασφάλεια κι η μοναξιά. Είμαι μόνος άρα νιώθω ασφάλεια. Κι όμως...ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η ιδέα της μοναξιάς την κατακλύζει και σκαρφαλώνει μέσα απ’τα σωθικά της, παλεύοντας να βγει...σαν φυλακισμένο ζώο. Ο ουρανός από πάνω της είναι τόσο μαύρος και τόσο γεμάτος αστέρια...και καθένα τους είναι μόνο εκεί ψηλά, μόνο όπως κι η ίδια, σ’έναν κόσμο ατέρμονης θλίψης όπου τα πάντα ανακυκλώνουν τον εαυτό τους και τρέφονται από τον εαυτό τους. Η μοναξιά είναι σαν να συνομιλείς με την άβυσσο και να σωπαίνεις, περιμένοντας να σου απαντήσει. Κι όταν το κάνει...όταν το κάνει, ξέρεις πως τα λόγια της είναι φτιαγμένα από εκείνη τη σπάνια μουσική που γεννιέται πέρα από τ’αστέρια, πέρα από τους γαλαξίες, πέρα από το ίδιο το πεπερασμένο και στενόχωρο σύμπαν.
Ξημερώνει. Ο ουρανός αρχίζει να γίνεται πιο φωτεινός, τ’αστέρια ξεθωριάζουν λίγο-λίγο. Το φεγγάρι μοιάζει με μια άρρωστη φέτα πεπόνι που κρέμεται ανάμεσα στα πρώτα σύννεφα που κάνουν την εμφάνισή τους. Τα δάχτυλά της έχουν ξυλιάσει από το κρύο και την ακινησία. Το συνειδητοποιεί καθώς πιάνει την κούπα με το τσάι για να την πάει μέσα. Το βλέμμα της πέφτει ξανά στη φωτογραφία. Πού είχε πάει το κορίτσι με το κιμονό; Δεν ξέρει την απάντηση, αλλά έχει ένα προαίσθημα. Μισοκλείνει τα μάτια της και το φαντάζεται, ένα φάντασμα που στροβιλίζεται στην Αρχαία Αγορά, μ’ όλη την αθωότητα που εκείνη έχει πια χάσει. Την είχε αφήσει πίσω της εκείνο το βράδυ, μαζί με το αίμα από τα νύχια της στο δέρμα του και τον ιδρώτα κι εκείνο το γέλιο...εκείνο το γέλιο που ακόμη στοιχειώνει τα όνειρά της. Αναρωτιέται πόσοι πριν απ’αυτήν είχαν τολμήσει να κάνουν το ίδιο πράγμα σ’εκείνο το μέρος το γεμάτο ιστορία και μνήμη και χρόνο. Πόσοι θα το κάνουν μετά απ’αυτήν. Θα την τιμωρήσει άραγε κανείς γι’αυτό; Ή μήπως δεν συνέβη ποτέ πραγματικά; Τι είναι αληθινό; Αν ένα δέντρο πέσει στη μέση του δάσους αλλά δεν υπάρχει κανείς γύρω να το ακούσει...μπορεί κανείς να πει ότι έκανε στ’αλήθεια θόρυβο;
Φταίει το ξημέρωμα. Το ξημέρωμα την κάνει πάντα να σκέφτεται τα πιο παράξενα πράγματα. Θυμάται, ξαφνικά, μια ανατολή στην Άνδρο, όχι και τόσον πολύ καιρό πριν. Έκανε ψύχρα, όπως και τώρα κι οι πόνοι δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Γιατί το θυμάται αυτό; Ίσως γιατί και τότε ένιωθε εξίσου αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο όπως και τώρα. Πρώτη φορά διακοπές χωρίς τους γονείς της. Κι αντί να το διασκεδάζει ξέφρενα...το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν...αυτό είναι όλο; Τώρα το ξέρει...δεν είναι αυτό το μόνο που υπάρχει. Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, αρκεί να έχει κανείς αρκετή υπομονή για να τα ανακαλύψει. Κι αν κανείς ξέρει να κοιτάζει...μπορεί να βρει ομορφιά ακόμη και στα ερρείπια. Ίσως εκεί περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού.




