Παρασκευή, 8 Αύγουστος 2008

Αγορά


Ένα κορίτσι με κιμονό. Στέκεται για λίγο και κοιτάζει τη φωτογραφία. Κάτι της θυμίζει, μα δεν είναι σίγουρη τι. Κάτι αναδεύεται μέσα στο κεφάλι της και τα πάντα ετοιμάζονται για μια μεγαλοπρεπή έκρηξη. Έξω ξημερώνει. Κάνει κρύο κι η μουσική που έρχεται από την άδεια οθόνη του υπολογιστή την κάνει να αισθάνεται ακόμη πιο μόνη. Τα τραγούδια της είναι θλιμμένα, όπως κι η ίδια. Δεν έχει κοιμηθεί καθόλου κι ούτε πρόκειται. Κάθεται στη βεράντα, μ’ ένα ποτήρι τσάι δίπλα της που πια έχει παγώσει, μα δεν τη νοιάζει. Ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να το πιει. Σιχαίνεται το τσάι. Το έφτιαξε για να ξορκίσει τη μοναξιά που της τρώει τα σωθικά. Κρατάει μπροστά της τη φωτογραφία, απ’όπου ένα παιδί χαμογελάει μυστήρια κι έχει τα μάτια του ζωγραφισμένα με μαύρο μολύβι. Κρατάει μια χάρτινη, χρωματιστή ομπρέλα. Αναρωτιέται, ξαφνικά, πού μπορεί να’χει ξεχαστεί αυτή η ομπρέλα. Ίσως πετάχτηκε, ίσως υπάρχει ακόμα κάπου μέσα στο σπίτι, σπασμένη και παραπεταμένη, μαζί με όλα τα παιδικά βιβλία και τις αναμνήσεις της. Κοιτάζει μακριά, τα φώτα του κάμπου που μοιάζουν να την κοροϊδεύουν κι αναρωτιέται πώς έφτασε ως εδώ. Αναρωτιέται ποια ήταν η καθοριστική εκείνη στιγμή που άλλαξε τη ζωή της. Όσο, όμως, κι αν αναρωτιέται, όσο κι αν σπάει το κεφάλι της προσπαθώντας να καταλάβει, αδυνατεί να καταλήξει κάπου. Πού είχε πάει το κορίτσι με το κιμονό; Στην πραγματικότητα, ήξερε την απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Κάτι είχε ξυπνήσει μέσα της κι ήταν αδύνατο πια να το ελέγξει και να επιστρέψει σ’αυτό που ήταν κάποτε.
Για χρόνια κοιμόταν. Για χρόνια ήταν ήσυχη και μετρημένη. Όχι ότι αυτό την είχε οδηγήσει πουθενά. Τώρα, κοιτάζοντας εκείνα τα μακρινά φώτα, μπορούσε να ανακαλέσει με αρκετή διαύγεια τη στιγμή και το μέρος που άρχισαν όλα. Ήταν η Αρχαία Αγορά. Το αγαπημένο της μέρος από τότε που πήγαινε ακόμη σχολείο. Είχε κάνει βόλτες εκεί, είχε διαβάσει, είχε ζωγραφίσει. Όμως τη νύχτα εκείνη έκανε κάτι που δεν φανταζόταν ποτέ τον εαυτό της να κάνει. Όχι σ’εκείνο το μέρος. Αν και, τώρα που το σκέφτεται από απόσταση, τώρα που έχει περάσει κάποιος χρόνος...χαμογελάει στην ανάμνηση και το μόνο που έχει να πει είναι...στην τελική, γιατί όχι;
Είχαν βρει μια τρύπα στην περίφραξη από την πίσω μεριά της Αγοράς. Τον είχε τραβήξει μέσα εκστασιασμένη και ξαναμμένη. Δεν είχε περπατήσει ποτέ νύχτα ανάμεσα στις ελιές και τα αρχαία μάρμαρα. Κι ένιωθε κάτι μέσα της να τρέμει και να πάλλεται...μια ανάγκη που δεν μπορούσε να καταπολεμήσει. Εκείνος την ακολούθησε στωικά και με κάποια περιέργεια...ίσως γιατί του άρεσε να τη βλέπει τόσο ενθουσιασμένη. Έμοιαζε με μικρό παιδί και της πήγαινε. Το πρόσωπό της φωτιζόταν από μια αθωότητα που έμοιαζε ξένη σ’εκείνον τον κόσμο. Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της και τα ρούχα της έμοιαζαν να απορροφούν όλο το φως του φεγγαριού και να το σκορπίζουν πάνω της, στα μάτια της και στα μαλλιά της. Έπεσε στην αγκαλιά του, σχεδόν ζαλισμένη και τον φίλησε παράφορα και βαθιά, όπως ποτέ πριν. Ίσως έφταιγε το μέρος γι’αυτήν την ξαφνική έκρηξη. Εκεί μέσα ένιωθες πως βρισκόσουν έξω απ’τον τόπο και το χρόνο, μακριά από κάθε τι που θύμιζε το σήμερα...εκεί μέσα ένιωθες πως μπορούσες να αγγίξεις την αιωνιότητα.
Εκείνος κάθισε σ’έναν μαρμάρινο πάγκο κι έμεινε να την παρατηρεί, μ’ένα ερωτευμένο χαμόγελο, καθώς τον πλησίαζε αργά, με βλέμμα σκοτεινιασμένο από τον πόθο και το βάρος των αιώνων σ’εκείνο το μέρος, καθώς έβγαζε τα ρούχα της και σκαρφάλωνε πάνω του. Εκείνος μισογέλασε και κούνησε το κεφάλι του απηυδησμένος, λέγοντάς της πως ήταν τρελή, πως κάποιος θα τους έβλεπε. Και τότε, αυτή έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ξανά. Του είπε να βγάλει το σκασμό και να την πηδήξει. Κι εκείνος υπάκουσε στην παράξενη διαταγή, γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Τα χαμηλόφωνα βογκητά τους χάνονταν ανάμεσα στους ήχους των πουλιών και στο θρόισμα των φύλλων. Εκείνος είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα κι αυτή έμπηγε τα νύχια της και τα δόντια της όπου έβρισκε ελεύθερο δέρμα, μουγκρίζοντας σαν αγριόγατα. Κι όταν ήρθε σε οργασμό, δεν τέλειωσε με ίδιο βαθύ βογκητό όπως συνήθως, μόνο έριξε το κεφάλι της πίσω και ξέσπασε σ’ένα άγριο, λυτρωτικό γέλιο που όμοιό του δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά.
Από εκείνη τη στιγμή ήξερε πως τίποτα πλέον δεν θα ήταν το ίδιο. Είχε αλλάξει, μ’έναν τρόπο πιο βαθύ και πιο αρχέγονο απ’ότι μπορούσε να εξηγήσει με λέξεις. Ένιωθε πως είχε γευτεί λίγο από το νέκταρ και την αμβροσία των θεών και, μέσα της, κάτι την τραβούσε να επιστρέψει σ’εκείνο το μέρος. Κι όμως, αντί να είναι εκεί, είναι εδώ και κοιτάζει τα μικροσκοπικά φώτα που τρεμοπαίζουν μέσα στη νύχτα, σαν καντήλια έτοιμα να σβήσουν απ’τον αέρα. Είναι μακριά από την ιστορία κι από τον τόπο που λαχταράει η καρδιά της...από τον τόπο που την τραβάει όπως το φως τις πεταλούδες....τον τόπο που θυμάται στα όνειρά της. Είναι μακριά από τον έρωτα κι από κείνον και το μόνο που έχει για παρηγοριά σ’αυτό το χωριό που μοιάζει ξεχασμένο απ’τους θεούς είναι ένα τσάι που έχει παγώσει και μια οθόνη που ψιθυρίζει μελαγχολικές μελωδίες κάτω από τον γεμάτο αστέρια ουρανό.
Κι έπειτα...αυτό το μέρος είναι γεμάτο από μνήμη...τη μνήμη της. Είναι γεμάτο από γέλια και παιχνίδια που έπαιζε όταν ήταν παιδί. Τζαμί, μήλα, κυνηγητό, κρυφτό, λάστιχο και κουτσό, κορόιδο, χαλασμένο τηλέφωνο, θάρρος ή αλήθεια και τόσα άλλα που τώρα της διαφεύγουν. Είναι γεμάτο από νεκρή αγάπη, αν η αγάπη μπορεί ποτέ στ’αλήθεια να πεθάνει. Γεμάτο από περασμένα όνειρα που πια έχουν γεράσει κι υπάρχουν μόνο για να της θυμίζουν πόσο αθώα ήταν κάποτε. Πριν μερικά χρόνια δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τον εαυτό της να κάνει σεξ μέσα στην Αρχαία Αγορά, όμως τώρα το έχει ήδη κάνει και μπορεί να χαμογελάει στην ανάμνηση. Τώρα ξέρει στα σίγουρα πως δεν είναι φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ξέρει στα σίγουρα πως κάτι μέσα της είναι από αλλού και την παρασέρνει διαρκώς να κάνει πράγματα παράλογα και παράξενα, που άλλοι δεν σκέφτονταν καν.
Κέλτικη μουσική στο προσκήνιο. Ήχος νερού που κυλάει, πάντα κυλάει κι ενός αυλού που μοιάζει να του δίνει πνοή κάποιος παιχνιδιάρης και αεικίνητος σάτυρος. Χαμογελάει στον εαυτό της και τυλίγει τη ζακέτα γύρω της σαν αυτή να είναι το μοναδικό αντικείμενο που έχει μείνει αληθινό σ’αυτό το σύμπαν που είναι φτιαγμένο από κρυσταλλωμένη ζάχαρη και μπισκότο. Χαμογελάει στον εαυτό της γιατί ξέρει πως εδώ κανείς δεν μπορεί να τη βρει, πως είναι μακριά απ’ όλους κι απ’όλα, πως είναι ασφαλής όσο είναι και μόνη. Αυτά τα δυο φαίνεται πως πηγαίνουν πάντοτε μαζί, σκέφτεται. Η ασφάλεια κι η μοναξιά. Είμαι μόνος άρα νιώθω ασφάλεια. Κι όμως...ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η ιδέα της μοναξιάς την κατακλύζει και σκαρφαλώνει μέσα απ’τα σωθικά της, παλεύοντας να βγει...σαν φυλακισμένο ζώο. Ο ουρανός από πάνω της είναι τόσο μαύρος και τόσο γεμάτος αστέρια...και καθένα τους είναι μόνο εκεί ψηλά, μόνο όπως κι η ίδια, σ’έναν κόσμο ατέρμονης θλίψης όπου τα πάντα ανακυκλώνουν τον εαυτό τους και τρέφονται από τον εαυτό τους. Η μοναξιά είναι σαν να συνομιλείς με την άβυσσο και να σωπαίνεις, περιμένοντας να σου απαντήσει. Κι όταν το κάνει...όταν το κάνει, ξέρεις πως τα λόγια της είναι φτιαγμένα από εκείνη τη σπάνια μουσική που γεννιέται πέρα από τ’αστέρια, πέρα από τους γαλαξίες, πέρα από το ίδιο το πεπερασμένο και στενόχωρο σύμπαν.
Ξημερώνει. Ο ουρανός αρχίζει να γίνεται πιο φωτεινός, τ’αστέρια ξεθωριάζουν λίγο-λίγο. Το φεγγάρι μοιάζει με μια άρρωστη φέτα πεπόνι που κρέμεται ανάμεσα στα πρώτα σύννεφα που κάνουν την εμφάνισή τους. Τα δάχτυλά της έχουν ξυλιάσει από το κρύο και την ακινησία. Το συνειδητοποιεί καθώς πιάνει την κούπα με το τσάι για να την πάει μέσα. Το βλέμμα της πέφτει ξανά στη φωτογραφία. Πού είχε πάει το κορίτσι με το κιμονό; Δεν ξέρει την απάντηση, αλλά έχει ένα προαίσθημα. Μισοκλείνει τα μάτια της και το φαντάζεται, ένα φάντασμα που στροβιλίζεται στην Αρχαία Αγορά, μ’ όλη την αθωότητα που εκείνη έχει πια χάσει. Την είχε αφήσει πίσω της εκείνο το βράδυ, μαζί με το αίμα από τα νύχια της στο δέρμα του και τον ιδρώτα κι εκείνο το γέλιο...εκείνο το γέλιο που ακόμη στοιχειώνει τα όνειρά της. Αναρωτιέται πόσοι πριν απ’αυτήν είχαν τολμήσει να κάνουν το ίδιο πράγμα σ’εκείνο το μέρος το γεμάτο ιστορία και μνήμη και χρόνο. Πόσοι θα το κάνουν μετά απ’αυτήν. Θα την τιμωρήσει άραγε κανείς γι’αυτό; Ή μήπως δεν συνέβη ποτέ πραγματικά; Τι είναι αληθινό; Αν ένα δέντρο πέσει στη μέση του δάσους αλλά δεν υπάρχει κανείς γύρω να το ακούσει...μπορεί κανείς να πει ότι έκανε στ’αλήθεια θόρυβο;
Φταίει το ξημέρωμα. Το ξημέρωμα την κάνει πάντα να σκέφτεται τα πιο παράξενα πράγματα. Θυμάται, ξαφνικά, μια ανατολή στην Άνδρο, όχι και τόσον πολύ καιρό πριν. Έκανε ψύχρα, όπως και τώρα κι οι πόνοι δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Γιατί το θυμάται αυτό; Ίσως γιατί και τότε ένιωθε εξίσου αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο όπως και τώρα. Πρώτη φορά διακοπές χωρίς τους γονείς της. Κι αντί να το διασκεδάζει ξέφρενα...το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν...αυτό είναι όλο; Τώρα το ξέρει...δεν είναι αυτό το μόνο που υπάρχει. Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, αρκεί να έχει κανείς αρκετή υπομονή για να τα ανακαλύψει. Κι αν κανείς ξέρει να κοιτάζει...μπορεί να βρει ομορφιά ακόμη και στα ερρείπια. Ίσως εκεί περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού.

Πέμπτη, 3 Ιούλιος 2008

Τιρκουάζ


Ήταν απίστευτο το πόσο εκπληκτικά πολύ έμοιαζε στην Ελένη. Η κοπέλα με τα τιρκουάζ νύχια καθόταν ακριβώς απέναντί μου στο τρένο κι εγώ, αντί να της την πέφτω, προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν όντως η παλιά μου συμμαθήτρια. Την κοίταζα από δω, την έκοβα από κει...μου έμοιαζε, αλλά δεν έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά. Το μάτι μου είχε κολλήσει στο τιρκουάζ. Το ξέρω πως έτσι όπως το λέω ακούγεται σαν να είμαι μονόφθαλμος αλλά δεν είμαι. Μα τω θεώ. Έχω δυο μάτια και είμαι αρτιμελής. Σε συνάντησα στην πλαζ και φορούσες τιρκουάζ...δεν ξέρω γιατί, αλλά το συγκεκριμένο χρώμα πάντα αυτό το τραγούδι μου έφερνε στο μυαλό.
Θα μου πεις τώρα, γιατί κόλλαγα στα νύχια της τη στιγμή που η γκόμενα είχε απείρως ωραιότερα σημεία πάνω της για να κοιτάξω; Ίσως ήταν εκείνο το τιρκουάζ, εκείνο το γαμημένο χρώμα που μου έμοιαζε με θάλασσα και μ'έκανε να θέλω να βουτήξω μέσα στα νύχια της, μέσα της και να την αγαπήσω όπως δεν την είχε αγαπήσει ποτέ κανείς. Είχα γκόμενες. Πιο παλιά. Τώρα δεν με απασχολεί και τόσο το θέμα, αλλά παλιά ήμουν πιο μικρός και πίστευα πως μια γυναίκα στο πλάι σου αρκούσε για να σε κάνει κυρίαρχο του κόσμου. Ήμουν λίγο μαλάκας τότε. Τελοσπάντων. Όπως έλεγα, είχα γκόμενες που έβαφαν τα νύχια τους σε διάφορα χρώματα: κόκκινο, μπορντώ, μαύρο, φούξια, άσπρο, γαλλικό μανικιούρ - άραγε τι είδους στατιστική συσχέτιση μπορεί να υπάρχει μεταξύ του γαλλικού μανικιούρ και του γαλλικού φιλιού; - αλλά ποτέ καμία δεν είχε τολμήσει να τα βάψει πράσινα ή κίτρινα ή μπλε.
Γι'αυτό. Εκείνο το τιρκουάζ με σόκαρε. Με έκανε...δεν ξέρω. Να θέλω να την αρπάξω στην αγκαλιά μου και να της σκάσω ένα φιλί. Ήταν ένας αέρας ελευθερίας, σχεδόν σαν να έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα σ' όλες τις χαζογκόμενες που κυκλοφορούσαν εκεί έξω, με τα ξασμένα μαλλιά και τα βραχιόλια που κουδούνιζαν και τις φράντζες. Εκείνη ήταν αλλιώς. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και πιασμένα πίσω. Δεν υπήρχε ίχνος μακιγιάζ στο πανέμορφο, τσαχπίνικο προσωπάκι της. Φόραγε βερμούδα κι ένα φανελάκι, και τα δύο ελαφρώς υγρά από το μαγιώ. Κι ένα καπελάκι που αντί για Von Dutch έγραφε Von Bitch. Και τα τιρκουάζ νύχια, φυσικά. Πώς να μην τη λατρέψεις;
Είχα γκόμενες στο παρελθόν αλλά ποτέ καμιά σαν αυτήν. Αυτή ήταν η γυναίκα, η μία και μοναδική, αυτή που έκλεινε μέσα της όλες τις γυναίκες. Πόσο να ήταν...είκοσι; Είκοσι δύο; Κι όμως ήταν λες κι όλη η ομορφιά κι η ελευθερία του κόσμου ήταν κλεισμένες στον τρόπο που ανοιγόκλεινε τα μάτια της, νωχελικά και λίγο νυσταγμένα. Στον τρόπο που έπαιζε με τα δάχτυλά της πάνω στην ψάθινη τσάντα της. Σ'αυτά τα γαμημένα, τα τιρκουάζ νύχια της που έμοιαζαν να λένε πως κι αυτή, όπως κι εγώ, έψαχνε την ελευθερία της με όποιον τρόπο μπορούσε. Εκείνη με το να ντύνεται αλλιώτικα από τις περισσότερες κοπέλες κι εγώ με το να μη γαμάω ο,τι μου καθόταν μόνο και μόνο για να γαμήσω.
Δεν είχα ερωτευτεί ποτέ πριν. Όμως αυτήν την κοπέλα την ερωτεύτηκα. Αλήθεια. Το ξέρω πως ακούγεται παράλογο...ούτε καν εγώ δεν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά. Όμως έμοιαζε με την Ελένη, την παλιά μου συμμαθήτρια κι αυτή που με ξεπαρθένεψε κι ένιωθα σαν να την ήξερα από πάντα. Ένιωθα πως μου έμοιαζε και πως, από τη στιγμή που γνώριζα τον εαυτό μου, ήταν σαν να γνώριζα τα πάντα και για κείνη. Την αγαπούσα. Αλήθεια. Την αγαπούσα όταν είδα τη μικροσκοπική, γαλάζια πεταλούδα να μπαίνει από το παράθυρο του τρένου και να κάθεται πάνω στο χέρι της κι εκείνη να γελάει ανάλαφρα και να παίζει μαζί της σαν μικρό κορίτσι, αντί να υστεριάζεται και να προσπαθεί να τη διώξει.
- Συγνώμη, το ξέρω πως θα σου φανεί φριχτά κλισέ, αλλά μήπως σε λένε Ελένη;
Με κοίταξε. Τα μάτια της άστραψαν από ευθυμία. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Μου χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο. Και την ίδια τη στιγμή που το έκανε ήξερα πως είχα χάσει ολοκληρωτικά την καρδιά μου.

Παρασκευή, 20 Ιούνιος 2008

A Bloody Moon's Shadow


Το φεγγάρι έμοιαζε να είναι ντυμένο με μια ματωμένη κουρτίνα. Πίσω απ’ τον μισάνοιχτο φεγγίτη του μπάνιου έμοιαζε θολό και κομμένο στη μέση. Η Εύα είχε κάτσει κάτω από το ντους, αφήνοντας το – παγωμένο πια – νερό να κυλάει στο κορμί της μαζί με τα δάκρυα. Δεν πρέπει να την παρεξηγήσεις, αγαπητέ αναγνώστη. Η Εύα δεν ήταν καμιά κλαψιάρα γκόμενα που γκρίνιαζε με το παραμικρό. Ούτε emo ήταν ώστε να βάζει τα κλάματα κάθε τρεις και λίγο και να θέλει να κόψει τις φλέβες της. Όχι, όχι. Καμία σχέση. Η Εύα όμως, ήταν ευαίσθητη. Όσοι τη γνώριζαν καλά το ήξεραν. Δεν υπήρχε κανείς που να μην γνώριζε καλά την Εύα. Ήταν των άκρων. Ή που τη γνώριζες καλά ή που δεν τη γνώριζες καθόλου ή που πέθαινες πριν προλάβεις να τη γνωρίσεις καλά. Αλλά ήταν ευαίσθητη. Δεν το έδειχνε, βέβαια, γιατί κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε τη φήμη που με τόσο κόπο είχε χτίσει. Όμως όπως έλεγαν και οι αρχαιοπαππούδες μας, άλλο το φαίνεσθαι και άλλο το είναι.

Έκλαιγε, λοιπόν, σιωπηλά, όπως πάντα. Αυτό ήταν κάτι άλλο ενδιαφέρον σχετικά με την Εύα. Τα δάκρυά της ήταν αθόρυβα, σαν να ανησυχούσε μην ξυπνήσει κάποιον με τους λυγμούς της. Από πού πήγαζε άραγε αυτή της η ανησυχία; Σίγουρα ότι αναρωτιέσαι, αγαπητέ αναγνώστη. Το θέμα όμως έγκειται αλλού…είσαι βέβαιος ότι θέλεις να ακούσεις την απάντηση; Το ξέρω, αυτή τη στιγμή κάθεσαι εκεί και κοιτάς την οθόνη του υπολογιστή σου με απληστία. Και περιμένεις…περιμένεις να συνεχίσω, περιμένεις σαν τον κυνηγό που προσπαθεί να συντονίσει τις κινήσεις του μ’αυτές του θηράματός του. Περιμένεις. Πολύ καλά, λοιπόν, θα σου πω την ιστορία. Θα σου την πω όπως την είπε σε μένα ένας έκπτωτος άγγελος που τον έλεγαν Λούσιφερ…κάποιο βράδυ όμοιο με όλα τα υπόλοιπα…ή ίσως και να μην ήταν, δεν θυμάμαι πια.

Η Εύα έκλαιγε για το λόγο που κλαίνε οι περισσότεροι άνθρωποι. Θυμόταν το παρελθόν. Βλέπεις, ακόμη κι όταν νομίζουμε ότι κλαίμε για το τώρα, στην πραγματικότητα κλαίμε για κάτι που έχει ήδη συμβεί, κάτι που έχει ήδη τελειώσει. Σκέψου το λίγο και νομίζω πως θα συμφωνήσεις ότι έχω δίκιο. Η Εύα ήταν τώρα είκοσι έξι χρονών. Είχε ανακαλύψει ότι δεν ήταν φυσιολογική περίπου δέκα χρόνια πριν. Έμενε με τη μητέρα της και τα μικρότερα, δίδυμα αδέρφια της σ’ένα άθλιο σπίτι στο Παγκράτι. Πήγαινε σε δημόσιο σχολείο, είχε κοντά μαλλιά, βελούδινα μάτια κι ένα ελαφρό ψεύδισμα. Δεν συμπαθούσε κανέναν κι αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που την συμπαθούσαν οι πάντες. Ήταν δημοφιλής αλλά δεν είχε φίλους. Έλεγε τα πράγματα έξω από τα δόντια και θύμωνε πολύ εύκολα…όμως οι άλλοι δεν εκνευρίζονταν ποτέ μαζί της και της συγχωρούσαν τα πάντα. Ίσως επειδή ήταν τόσο ειλικρινής.

Με το Ρωμανό γνωριστήκανε στη δευτέρα Λυκείου. Ήταν όμορφος και έξυπνος και ήρεμος. Κυρίως ήρεμος. Ήταν αυτό που την τράβηξε πάνω του. Ήταν πολύ καλός μαθητής, του άρεσε το διάβασμα και πάνω απ’ όλα ήξερε να σκέφτεται. Δεν παπαγάλιζε στα τυφλά όπως όλοι οι υπόλοιποι. Αρχίσανε να διαβάζουνε μαζί. Η Εύα, φυσικά, δεν έδινε δεκάρα για το διάβασμα, όμως ήθελε πάρα πολύ να γαμήσει το Ρωμανό. Και, φυσικά, τα κατάφερε, αν και όχι χωρίς προσπάθεια. Στην κυριολεξία τον γάμησε, γιατί αυτή έκανε την πρώτη κίνηση κι εκείνος ήταν πολύ ντροπαλός για να κάνει το οτιδήποτε. Η Εύα τον ερωτεύτηκε. Κι εκείνος έκανε σαν τρελός γι’αυτήν. Βέβαια, τον έχανε κατά διαστήματα, γεγονός που την προβλημάτιζε, όμως ήξερε πως την αγαπούσε και δεν φοβόταν. Μέχρι που ήρθε η τελευταία τάξη του Λυκείου και μαζί ήρθε κι ένας καινούριος μαθητής. Ο Ανδριανός έκατσε δίπλα στο Ρωμανό και οι δυο τους κοιτάχτηκαν με πρωτοφανές ενδιαφέρον. Ο Ανδριανός ήταν μακρυμάλλης, φόραγε λιωμένο τζιν και σκουλαρίκι στο αφτί, η μπλούζα του ήταν κατάμαυρη με το σήμα της πειρατικής σημαίας κι είχε ένα ζευγάρι καταγάλανα μάτια που φωτίζονταν όταν γελούσε. Κι η αλήθεια ήταν πως το γέλιο του ήταν πολύ όμορφο. Βροντερό και ειλικρινές. Η Εύα τον συμπάθησε αμέσως. Αν και της έκανε τρομερή εντύπωση που κόλλησαν με το Ρωμανό. Πολύ σύντομα οι τρεις τους είχαν γίνει αχώριστοι και έκαναν τα πάντα μαζί. Η Εύα δεν άργησε να καταλάβει ότι ο Ανδριανός τη γουσταρε, όμως δεν ήταν σίγουρη για την αντίδραση του Ρωμανού σ’αυτό που είχε σκοπό να του προτείνει.

Τώρα, υπάρχει κάτι που πρέπει να καταλάβεις για την Εύα. Η Εύα δεν ήταν τσούλα, ακόμη κι αν ακούγεται έτσι. Απλά δεν ήταν ποτέ υπέρ της ιδιοκτησίας και, κυρίως, της ιδιοκτησίας ανθρώπων. Αγαπούσε πολύ το Ρωμανό, αλλά ήθελε να πηδηχτεί και με τον Ανδριανό. Για την ακρίβεια, αυτό που ήθελε να κάνει ήταν να τους πάρει και τους δύο ταυτόχρονα, αλλά αυτό φοβόταν να το πει στο Ρωμανό. Τελικά όμως το είπε και, παραδόξως, εκείνος το πήρε πολύ πιο χαλαρά απ’ότι περίμενε. Έτσι μετέφεραν την τριάδα τους και στο κρεβάτι. Κάτι που της έκανε μεγάλη εντύπωση της Εύας ήταν ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ τους γονείς κανενός από τους δύο, αν και ο Ανδριανός μίλαγε καμιά φορά για την οικογενειά του. Ήταν όμως πάντοτε για λίγο κι όταν τον ρώταγε αρνιόταν να πει περισσότερα.

Κάποιο βράδυ…η Εύα ξύπνησε από φριχτούς πόνους σ’όλο της το σώμα. Ένιωθε σαν κάποιος να της έσκιζε το δέρμα, σαν κάποιος να προσπαθούσε να βγει από μέσα της. Ήταν τρομοκρατημένη. Κάποια στιγμή της φάνηκε πως λιποθύμησε. Ή μπορεί και να αποκοιμήθηκε, αν τη ρωτήσεις δεν θα ξέρει να σου απαντήσει. Πάντως έχασε κάθε συναίσθηση του εαυτού της. Κι όταν ξύπνησε το πρωί κι είδε όλη της την οικογένεια σφαγμένη, πήγε να καλέσει την αστυνομία, αλλά δεν πρόλαβε. Γιατί κάποιος της έπιασε το χέρι. Κι όταν γύρισε, κλαμένη, να δει τι συνέβαινε, πιστεύοντας πως μάλλον θα ήταν ο δολοφόνος που δεν είχε φύγει ακόμα και προετοιμασμένη να πεθάνει, είδε τα δύο αγόρια της να την κοιτάνε με ανησυχία ανάμεικτη με περηφάνια, ανάμεικτη με χαρά.

Της εξήγησαν τα πάντα. Για το τι ήταν, για το τι είχε γίνει κι η ίδια μόλις το προηγούμενο βράδυ. Όμως ο,τι κι αν της έλεγαν, δεν ήταν ικανό να την παρηγορήσει. Ο Ανδριανός της είπε πως είχε αφήσει την οικογένειά του ακριβώς γτι’αυτό το λόγο. Ο Ρωμανός της είπε πως ποτέ δεν είχε οικογένεια και πως το είχε σκάσει από το ορφανοτροφείο. Πως είχε κάποια λεφτά στην άκρη από κάποιον άγνωστο κηδεμόνα που δεν ενδιαφερόταν να γνωρίσει. Ακόμα κι έτσι, κανείς τους δεν είχε κάνει αυτό που είχε κάνει η Εύα. Και κανείς τους δεν έπρεπε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του με την ανάμνηση αυτών των τριών, κατακρεουργημένων πτωμάτων.

Σου είπα πως η Εύα έκλαιγε για το παρελθόν και, ορίστε, τώρα έχεις την ιστορία. Θα σου πω κι άλλες γι’ αυτούς με τον καιρό. Γιατί τότε ήταν πολύ νέοι και μπορούσαν να ζουν μαζί και να σκοτώνουν και να πηδιούνται σαν να μην υπήρχε αύριο. Όμως η αλήθεια ήταν πως το αύριο τους περίμενε στη γωνία και παρά τις καλές στιγμές και την αγάπη που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον...οι τρεις τους δεν άντεξαν. Ή μπορεί και να άντεξαν πολύ περισσότερο απ’ όσο πίστευαν γιατί αυτές τις μέρες, απ’ ότι ακούω, είναι ξανά μαζί.

Τετάρτη, 18 Ιούνιος 2008

Fables And Reflections


(Συνέχεια, κατά κάποιον τρόπο, μιας παλιάς-παλιάς ιστορίας με τιτλο Mephistopheles...για όσους θυμούνται το παλιό blog...)


Γύρισα σπίτι και βρήκα τα πάντα άνω-κάτω. Διάρρηξη κι έτσι. Σκατά. Το λάπτοπ μου έκανε φτερά και είχα την πτυχιακή μου εκεί μέσα. Σκατά-σκατά-σκατά. Άρχισα να κλαίω όπως δεν είχα κλάψει εδώ και μήνες…τι λέω μήνες…χρόνια. Όλα μου τα ρούχα ήταν πεταμένα στο πάτωμα και το λάπτοπ μου, τα κείμενά μου, η μισή μου ζωή…εξαφανισμένα. Και το ζευγάρι της απέναντι πολυκατοικίας ξεσκιζόταν για τέταρτη φορά από το πρωί, σαν ο υπόλοιπος κόσμος να μην υπήρχε γι’αυτούς…πράγμα που ίσως και να ήταν αλήθεια.

Μετά από ώρα έπεσα στο κρεβάτι. Το κεφάλι μου ήταν βαρύ από το κλάμα και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα…πόσο μάλλον να διαβάσω για την εξεταστική. Ένιωσα κάτι πολύ παράξενο. Σαν το κρεβάτι να ήταν μια δίνη που με τραβούσε στο εσωτερικό του, σαν…δεν ξέρω πώς να το περιγράψω…σαν να με τύλιγε και να με απορροφούσε ολόκληρη. Δεν είδα όνειρα. Ήταν από τις λίγε φορές που δεν είδα όνειρα. Το μόνο που υπήρχε ήταν σκοτάδι και ηρεμία και μια γλυκιά θαλπωρή μετά το φόβο και την απελπισία.

«…ένα λάπτοπ ήταν…σκέψου ότι θα μπορούσαν να είναι ακόμα μέσα στο σπίτι την ώρα που μπήκες. Ένα λάπτοπ ήταν, δεν έγινε και τίποτα.» Ναι, ίσως και να μην έγινε. Όμως εκεί μέσα υπήρχαν πράγματα που μου πήρε χρόνια για να τα γράψω. Και δεν ξέρω αν θα τα ξαναβρώ. Θα γράψω άλλα; Ναι…κατά πάσα πιθανότητα θα γράψω άλλα. Θα είναι όμως το ίδιο; Πολύ αμφιβάλλω γι’αυτό.

Η φωνή στο μυαλό μου, επώδυνα γνώριμη…με είχε τρελάνει στο παρελθόν. Θυμόμουν ακόμα καθαρά τη νύχτα εκείνη που μου είχε πει ότι θα μου έδινε ιστορίες…όσες ιστορίες ήθελα και δεν χρειαζόταν τίποτα σε αντάλλαγμα. Ούτε την ψυχή μου, ούτε τίποτα. Απλά να με δει να τις γράφω…να τις βλέπω μέσα στο κεφάλι μου, να τις ζω με ο,τι δύναμη μπορεί να είχα. Μισάνοιξα τα μάτια και τον είδα να στέκεται από πάνω μου, με το γνώριμο, ανέμελο χαμόγελο…χαμόγελο κάποιου που έχει δει τα πάντα και έχει ζήσει τα πάντα. Παραμέρισε μια τούφα μαλλιών από το πρόσωπό μου. Προσπάθησα να του ανταποδώσω το χαμόγελο, αλλά το μόνο που κατάφερε να σχηματιστεί στο πρόσωπό μου ήταν ένας αδύναμος μορφασμός.

«Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τις ιστορίες…πάντα θα σου δίνω ιστορίες, καρδιά μου…πάντα. Όσο τα χέρια σου μπορούν ακόμα να αγγίξουν πληκτρολόγιο…όσο μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι και να ταξιδεύεις με τη φωνή μου…οι ιστορίες θα είναι εκεί για σένα.»

Ήθελα να του πω ένα σωρό πράγματα. Ήθελα να τον ρωτήσω για τη δική του ιστορία. Για την πτώση από τον ουρανό και για όσα έχουν κατά καιρούς γραφτεί και ειπωθεί γι’αυτόν. Μα δεν τολμούσα. Ο Λούσιφερ ήταν σαν παιδάκι μερικές φορές…ήταν πολύ εύκολο να τον πληγώσει κανείς. Δεν ήθελα να θίξω τα λάθος θέματα γιατί τότε εκείνος θα έφευγε και δεν ήθελα να σκέφτομαι τι θα έκανα μόνη μου, στο ανάστατο σπίτι, χωρίς αυτόν. Ο Λούσιφερ μ’έκανε να νιώθω ασφαλής. Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσα να καταλάβω…όταν με άγγιζε ήταν σαν να έπαιρνε μακριά τα πάντα και να άφηνε μόνο αυτόν τον κενό χώρο…την ηρεμία που σε καταλαμβάνει όταν κάθεσαι κάτω να γράψεις κάτι και ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα είναι όμορφο γιατί η έμπνευσή σου έρχεται από κάπου μακριά, κάπου πέρα από τα ανθρώπινα. Ήθελα να τον ρωτήσω τι είχαν απογίνει τα φτερά του και για ποιο λόγο τα είχε χάσει τελικά. Όμως κράτησα το στόμα μου κλειστό γιατί ήξερα ότι, αν ήθελε, μπορούσε να δει μες στο μυαλό μου. Αν ήθελε…θα μου απαντούσε.

«Το έχεις ξαναδεί το έργο, μικρή…ή μήπως ξέχασες κιόλας; Θες να σου θυμίσω; Λοιπόν, πρώτα…βγάζεις τα ρούχα σου. Μετά, βγάζω κι εγώ τα δικά μου. Και μετά βγάζουμε τα μάτια μας αμφότεροι. Με τη βιβλική έννοια, πάντα. Και μετά, εσύ κάνεις τσιγάρο και γκρινιάζεις που προτιμώ το κορμί σου από την ψυχή σου…κι εγώ ξεκινάω να σου λέω ιστορίες.»

Αυτή τη φορά το χαμόγελό του ήταν ειλικρινές. Το ήξερα πως δεν το εννοούσε, πως το έλεγε για να με κάνει να γελάσω…να νιώσω λίγο καλύτερα. Και πράγματι ένιωθα. Όμως…ταυτόχρονα…ήξερα ότι έλεγε την αλήθεια. Γιατί ο,τι κι αν έλεγαν γι’αυτόν, ο Λούσιφερ ποτέ δεν έλεγε ψέματα. Είχε ζήσει αρκετά για να ξέρει ότι οι αλήθειες μπορούν να κάνουν μεγαλύτερο κακό. Και έτσι ήταν γιατί την ίδια τη στιγμή που το έλεγε είχα ήδη ξεκινήσει να γδύνομαι…όμως…ήξερα πως δεν ήταν σωστό. Δεν ήταν σωστό γιατί πίσω στον πραγματικό κόσμο είχα έναν πραγματικό γκόμενο κι όχι έναν έκπτωτο άγγελο που το’χε καύλα να αφηγείται ιστορίες. Όμως ο Λούσιφερ με είχε…πάντα με είχε και πάντα θα με έχει, νομίζω, γιατί είναι η φωνή μες στο μυαλό μου…Με φίλησε, πολύ τρυφερά, όπως πάντα. Είχε κι άλλους εραστές…κι άλλες ερωμένες…κι όμως, ήμουν σίγουρη πως σε καθέναν μας φερόταν με ξεχωριστό τρόπο…σαν ο καθένας μας να ήταν ένα μοναδικό και σπάνιο κόσμημα μέσα στον αχανή χώρο του σύμπαντος.

«Για να δούμε…πώς θες να ξεκινήσω την αποψινή ιστορία; Τι λες γι’αυτό: Το φεγγάρι έμοιαζε να είναι ντυμένο με μια ματωμένη κουρτίνα…»

Τον άκουσα προσεκτικά καθώς μου αφηγούνταν μια από τις περιπέτειες των τριών λυκανθρώπων…του Ανδριανού, του Ρωμανού και της Εύας. Και χωρίς να το καταλάβω, με πήρε ο ύπνος. Φυσικά, όταν σε παίρνει ο ύπνος μέσα σ’ένα όνειρο, συνήθως, στον πραγματικό κόσμο ξυπνάς. Έτσι κι εγώ. Ξύπνησα. Και το σπίτι ήταν ακόμη μπουρδέλο. Και το λάπτοπ μου έλειπε ακόμα. Και, ναι, είχα χάσει ένα τεράστιο κομμάτι του εαυτού μου και το κενό το ένιωθα ακόμα μέσα μου. Όμως είχα μια ιστορία να γράψω και δεν είχα χρόνο να σκέφτομαι τέτοια ασήμαντα πράγματα.

Πέμπτη, 1 Μάϊος 2008

Fuck, Fall, Fate


Οι μέρες σου μεγαλώνουν και η ζωή σου μικραίνει, όλο μικραίνει, κάθε στιγμή συρρικνώνεται όλο και περισσότερο κι εκεί που νομίζεις ότι έχεις κατακτήσει τον κόσμο βρίσκεσαι ξαφνικά να πέφτεις στην άβυσσο, να κάνεις ελεύθερη πτώση και να μην υπάρχει κανείς να σε κρατήσει. Οι μέρες σου μεγαλώνουν κι από την ψευδαίσθηση της ευτυχίας περνάς απότομα στην πραγματικότητα και το μόνο που έχει σημασία είναι πως το ουρλιαχτό που ακούς συνεχώς μέσα στ’αυτιά σου, μάλλον είναι το δικό σου. Η ζωή σου μικραίνει κι οι καθρέφτες κλείνουν γύρω σου απειλώντας να σε πνίξουν, δείχνοντάς σου αυτό που είσαι στ’αλήθεια, αυτό που εύχεσαι να μη μάθει κανείς ποτέ πως είσαι, αυτό που κι εσύ ο ίδιος χρόνια προσπαθούσες να σβήσεις από τη μνήμη σου, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Στο είχαν πει κάποτε κάτι τυφλές μάγισσες που συνάντησες σ’ένα απόκοσμο δάσος, η μνήμη είναι η μεγαλύτερη πουτάνα κι όταν αποφασίζει να προσποιηθεί πως έχει οργασμό δεν υπάρχει σωτηρία για το μικρό, φτωχό μυαλό σου. Τις θυμάσαι πολύ καθαρά αυτές τις μάγισσες, ακόμη κι αν δεν τις γνώρισες παρά μονάχα στα όνειρά σου, τις θυμάσαι γιατί ήταν γυναίκες και γριές και παιδιά ταυτόχρονα. Τις θυμάσαι γιατί ήταν άσχημες και όμορφες και αθώες και πρόστυχες κι ήξεραν πολλά και δεν ήξεραν τίποτα. Μπορούσαν να σε βοηθήσουν αλλά δεν θα το έκαναν γιατί δεν ήταν αυτή η δουλειά τους, το κατάλαβες από τη στιγμή που τις είδες. Η μία κρατούσε την κλωστή και το αδράχτι, η άλλη ύφαινε το πιο περίτεχνο ύφασμα που είχες αντικρίσει κι η τρίτη…α, η τρίτη. Εκείνη κρατούσε ένα μικρό, χρυσό ψαλίδι και περίμενε υπομονετικά στην άκρη. Δεν ήξερες να πεις με σιγουριά για ποιο λόγο σου εμφανίστηκαν, γιατί σ’εσένα απ’ όλους τους ανθρώπους. Ίσως, σκέφτηκες τότε, ίσως στον καθέναν να εμφανίζονται αυτές οι τρεις κάποια στιγμή στη ζωή του…είτε για να του πουν μυστικά, είτε για να του δώσουν καινούριους γρίφους να ασχοληθεί, είτε για να γελάσουν χαιρέκακα μαζί του. Σε σένα δεν είπαν τίποτα, παρά μονάχα αυτό, η μνήμη είναι η μεγαλύτερη πουτάνα κι ήταν τρομαχτικό να ακούς τη φράση να βγαίνει συντονισμένα από τα παιδικά, γεμάτα ρυτίδες χείλη τους. Κι έπειτα; Έπειτα ξύπνησες αγκαλιά με το πάτωμα και τα σεντόνια σου ήταν ένα ανάστατο κουβάρι στο πάτωμα, ένα κουβάρι που έμοιαζε με πατημένο σκύλο στην Εθνική. Και μόλις κοίταξες πάνω, την είδες εκεί, να κοιμάται ήσυχα, σαν παιδάκι, λες και το γεγονός ότι μόλις το προηγούμενο βράδυ γαμιόσασταν σαν τα ζώα της είχε επιστρέψει κάποια κλεμμένη, αρχέγονη αθωότητα. Την είδες εκεί, μαύρα μαλλιά χυμένα στο πρόσωπό της και το μαξιλάρι, κάτασπρο δέρμα και βαριά βλέφαρα, που πίσω τους κρυβόταν ο πιο καθαρός, ο πιο όμορφος και γεμάτος αστέρια ουρανός.

Οι μέρες σου μεγαλώνουν κι η ζωή σου μικραίνει και δεν ξέρεις πού να τρέξεις να κρυφτείς, ούτε από ποιον, ποιος είναι αυτός που σε κυνηγάει με τέτοιο μένος; Γιατί; Τι του έκανες; Δεν θυμάσαι να πήδηξες ποτέ τη γκόμενα κάποιου άλλου, δεν θυμάσαι να έχεις σκοτώσει, κλέψει ή βιάσει. Τότε γιατί, γιατί στον πούτσο υπάρχει αυτός ο άγνωστος Κάποιος που σε κυνηγάει και δεν σ’αφήνει ποτέ να δεις το πραγματικό του πρόσωπο; Αναρωτιέσαι καθώς τα χείλη της χαϊδεύουν το σώμα σου, κόκκινα σαν αίμα και κυρτωμένα σ’ένα χαμόγελο όλο λαγνεία και σεξ. Αναρωτιέσαι καθώς τα χέρια της πετάνε ανάλαφρα παντού πάνω σου, καθώς τα νύχια της μπήγονται στο δέρμα σου, καθώς το βλέμμα της θολώνει και ρίχνει πίσω το κεφάλι της ξεσπώντας σ’έναν ακόμη οργασμό. Αναρωτιέσαι. Αναρωτιέσαι τι κάνεις εκεί μαζί της, γιατί υπάρχεις – αν υποθέσουμε πως υπάρχεις – , για ποιο λόγο γαμάς μια γκόμενα που ξέρεις ότι ποτέ δεν πρόκειται να σου πει το αληθινό της όνομα, γιατί στο διάολο κάθεσαι και την κοιτάς με τις ώρες όταν κοιμάται, γιατί παρατηρείς το γυμνό κορμί της κομμένο σε λωρίδες, φως και σκοτάδι και υγρασία και μυστικά χαμένα στα βάθη των αιώνων. Αναρωτιέσαι πού πάει αυτός ο κόσμος και γιατί πάει σ’αυτό το μέρος όπου καταλήγουν όλα τα σκουπίδια κι όλα τα χαμένα πράγματα του σύμπαντος. Σκέφτεσαι πως μπορεί η κόλαση να είναι ένας τεράστιος σκουπιδότοπος κι ο βασιλιάς της να έχει τη μορφή αυτής της γυναίκας που φωνάζει καθώς ανεβοκατεβαίνει ξέφρενα πάνω σου. Αναρωτιέσαι γιατί έχουν εξαφανιστεί οι φιλόσοφοι κι οι ποιητές, γιατί δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να σε καταλάβει, γιατί οι μέρες σου φαίνονται ξαφνικά τόσο μεγάλες αλλά δεν τις απολαμβάνεις στο ελάχιστο. Αναρωτιέσαι γιατί γεννήθηκες, αν οι γονείς σου σε ήθελαν ή αν απλά συνέβης, ένα ατύχημα κι εσύ όπως όλα τα άλλα, αν η αξία σου είναι ταυτόσημη με αυτήν ενός σπασμένου προφυλακτικού. Αναρωτιέσαι αν σημαίνεις κάτι για κάποιον, αν σημαίνεις κάτι γι’ αυτήν, που τώρα σε κοιτάει και δεν ξέρεις αν είναι αγάπη αυτό που βλέπεις στα μάτια της ή αν είναι απλώς αστέρια.

Στο μικρό, χαμένο σου μυαλό στριφογυρνάνε εκατομμύρια, δισεκατομμύρια σκέψεις, σαν κουνούπια που παραμονεύουν να σου ρουφήξουν το αίμα. Γιατί η ζωή σου είναι τόσο σκατά; Γιατί δεν έκατσες ποτέ κάτω απ’ τον ουρανό τη νύχτα, απλώς και μόνο για να ακούσεις τη σιωπή και να μετρήσεις αντίστροφα από το άπειρο ως το μηδέν; Πού πάνε όλοι οι σκοτωμένοι έρωτες του σύμπαντος; Γιατί το φωτιστικό πάνω από το κεφάλι σου μοιάζει με διαστημόπλοιο και, κυρίως, γιατί η όψη του σε απορροφάει τη στιγμή που η γκόμενα των ονείρων σου σου παίρνει την πιο απίστευτη πίπα; Γιατί είσαι τόσο μαλάκας; Γιατί δεν σε ικανοποιεί τίποτα πια; Γιατί μεγαλώνουν οι άνθρωποι και γιατί ξεχνάνε; Γιατί η μνήμη και η τύχη είναι τόσο τσούλες; Ποιος αποφασίζει για το μέλλον μας αν όχι εμείς οι ίδιοι; Γιατί για όλα τα καλά που μας συμβαίνουν είμαστε υπεύθυνοι εμείς ενώ όλα τα σκατά τα φορτώνουμε στους άλλους; Γιατί είμαστε τόσο αρχίδια τελικά; Οι μέρες σου μεγαλώνουν κι η ζωή σου μικραίνει, όλο μικραίνει κι όταν νυχτώνει δεν έχεις πού να πας. Το σπίτι σου δε σε χωράει όπως δε σε χωράει κι ο κόσμος όλος, τον νιώθεις γύρω σου να κλείνει κι έχει το μέγεθος μιας παλάμης, ίσως να’ναι γροθιά, ίσως να’ναι και μούτζα, δεν είσαι και πολύ σίγουρος τι από τα δύο. Κι όλη η ζωή σου περνάει μπροστά απ’τα μάτια σου όπως κάθεσαι στην άκρη του δρόμου, αμήχανος κι ατσούμπαλος, κι ανάβεις τσιγάρο και μέσα σου ουρλιάζεις εκκωφαντικά και οι φωνητικές σου χορδές σπάνε και τα τύμπανά σου εκρήγνηνται κι αίμα τρέχει από τα μάτια σου κι είσαι τυφλός, πάντα τυφλός, τόσο τυφλός που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το ψέμα, την πραγματική ζωή από την ψευδαίσθηση και τους ζωντανούς απ’τους νεκρούς.

Κι ύστερα έρχεται σαν τη θεία φώτιση Εκείνη, με το ψεύτικο όνομά της και τα μάτια της που είναι γεμάτα αστέρια και το λάγνο χαμόγελο στα χείλη και σε καλεί να πας μαζί της σε μια ακόμα περιπέτεια, σ’έναν ακόμα ουρανό, σε μια ακόμα κόλαση, σ’ένα ακόμα ξενοδοχείο, σ’ένα ακόμα πήδημα. Και πας. Γιατί κάθε στιγμή μαζί της είναι όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα. Γιατί για σένα και γι’αυτήν, η λέξη «πήδημα» έχει τελείως διαφορετικό νόημα απ’ότι έχει για όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Για σας τους δυο δεν είναι απλώς σεξ, για σας τους δυο είναι ελεύθερη πτώση, πτώση μέχρι να πιάσεις πάτο και να ακούσεις το κρανίο σου να διαλύεται μεγαλοπρεπώς πάνω στην άσφαλτο. Την κοιτάς απελπισμένος, σαν να είναι η τελευταία σου σανίδα σωτηρίας κι ας μην πιστεύεις πως μπορεί στ’αλήθεια να σε σώσει. Την κοιτάς και φαντάζεσαι τον εαυτό σου να βγαίνει από το σώμα σου και να την ακολουθεί στη σκοτεινή τρύπα που έχει για σπίτι και που έχει να πληρώσει το νοίκι πάνω από τρεις μήνες. Τη βλέπεις ξαπλωμένη ενώ δεκάδες άντρες περνάνε ανάμεσα απ’τα πόδια της και πληρώνουν τους οργασμούς τους με ευρώ αντί με αγάπη, όπως θα της άξιζε για τα γαμημένα χρόνια που πέρασε στο παρελθόν και για τη γαμημένη την κοινωνία που δεν την αφήνει να ζήσει όπως θα γούσταρε. Κι όπως τα βλέπεις όλα αυτά σαν μέσα σ’όνειρο, ξέρεις ότι δεν είναι αλήθεια αλλά θα μπορούσαν να είναι γιατί δεν έχεις ιδέα πώς τη λένε ούτε γιατί γαμιέται μαζί σου, ούτε πώς στο διάολο καταφέρνει να σε βρίσκει κάθε βράδυ, σαν κάτι μέσα σου να τη φωνάζει από μακριά. Κι όμως, σηκώνεσαι και την ακολουθείς σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος. Στην κόλαση, το θάνατο, στο διάολο. Δεν σε νοιάζει. Το μόνο που έχει σημασία είναι η πτώση. Όπως τα παιδιά μαθαίνουν κολύμπι αν τα πετάξεις στο νερό, έτσι κι οι άνθρωποι μαθαίνουν να πετάνε αν τους ρίξεις στο κενό. Το μόνο που έχει σημασία είναι η πτώση. Το. Μόνο. Που. Έχει. Σημασία. Είναι.

Η.

Πτώση.

Κυριακή, 2 Μάρτιος 2008

Terra Obscura Chronicles - Prelude pt1(Odemia)

(Ναι,ναι, το ξέρω ότι είναι τεράστιο, αλλά θα σας είμαι πολύ υπόχρεη αν κάτσετε να το διαβάσετε όλο γιατί προέρχεται από game testing για rpg και θα ήθελα feedback σχετικά με το στήσιμο του κόσμου και την ιστορία. Hopefully θα ακολουθήσουν κι άλλα μέρη:-D
Και για να σας δωροδοκήσω μπας και δεν βαρέσετε ενέσεις διαβάζοντάς το,πάρτε κι ένα τραγουδάκι: Scarborough Fair, διασκευή από Queensryche)



Έφυγα από την Paragon City σαν κυνηγημένη, μ’ έναν όχλο πίσω μου. Έτρεξα όσο πιο μακριά κι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ώσπου κάποτε έχασαν τα ίχνη μου. Παρόλα αυτά, δεν σταμάτησα να τρέχω. Μέχρι που κάποια στιγμή έφτασα μπροστά στο σκοτάδι και, τρομοκρατημένη όπως ήμουν, όρμησα μέσα χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά. Εκεί ήταν που άρχισα να νιώθω, για πρώτη φορά, κάτι φωτεινό μέσα μου, κάτι που μέχρι τότε αγνοούσα την ύπαρξή του. Δεν ήξερα τι ήταν, όμως μ’ έκανε να αισθάνομαι πιο ήρεμη σ’αυτό το έρημο, σκοτεινό μέρος όπου ήμουν. Δεν άργησα να καταλάβω ότι βρισκόμουν σε μια πόλη φάντασμα…ή μια πόλη γεμάτη φαντάσματα…στ’αλήθεια, κάποιες στιγμές, ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω. Είδα και γνώριμα πρόσωπα μέσα στις σκιές. Είδα τη μητέρα μου και τον Sheiban κι εκείνο το κάθαρμα τον Malice Mergarion, που είχε καταστρέψει τη ζωή μου και με είχε κάνει να φύγω τρέχοντας από την πόλη μου. Δεν άντεξα να μείνω πολύ σ’εκείνο το μέρος. Οι νεκροί δεν μιλούσαν κι όλα αυτά τα πνεύματα και οι σκιές με ανατρίχιαζαν. Έφυγα, λοιπόν, και άρχισα να εξερευνώ το σκοτάδι γύρω από την πόλη. Και, κάποια στιγμή, όπως ήταν ίσως αναμενόμενο, συνάντησα κάποιον.

Ήταν πολύ παράξενη φιγούρα, ντυμένος στα μαύρα, με μακριά, ξανθά μαλλιά, κατάλευκο δέρμα και μυτερά αφτιά. Αυτό το τελευταίο με παραξένεψε, όμως, ειλικρινά, ήταν τόσο όμορφος που δεν έδωσα την παραμικρή σημασία. Κρατούσε ένα τόξο και βέλη. Τον πλησίασα προσεκτικά.

- Καλησπέρα, είπα απαλά και περίμενα.

Εκείνος τινάχτηκε απότομα ακούγοντας τη φωνή μου. Προφανώς δεν με είχε καταλάβει. Παρόλα αυτά, πολύ γρήγορα ανέκτησε την ψυχραιμία του και στράφηκε προς το μέρος μου. Με κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια κι ένα αργό χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του.

- Καλησπέρα…πανέμορφη ύπαρξη, είπε και υποκλίθηκε.

Η φωνή του ήταν μελωδική και έρρεε σαν νερό.

- Ποια είσαι και τι κάνεις σ’αυτό το μέρος;

- Με λένε Rawvein. Όσο για το τι κάνω εδώ…αυτή τη στιγμή, μάλλον εξερευνώ.

- Είμαι ο Akar, είπε και μου έτεινε το χέρι του με τα μακριά, λεπτεπίλεπτα δάχτυλα.

Του έδωσα το δικό μου και το φίλησε, χαμογελώντας ελαφρά. Κατάλαβα εκείνη τη στιγμή ότι κάτι προσπαθούσε να κάνει στο μυαλό μου. Για κάποιο λόγο, δεν έπιασε. Με κοίταξε, εμφανώς παραξενεμένος.

- Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να αντισταθεί στο φιλί μου.

Του έριξα ένα αυθάδικο βλέμμα.

- Μου φαίνεται πως μόλις το έκανα.

- Μου φαίνεται πως ερωτεύομαι.

Ένα λάγνο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη μου κι άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί πάνω του προκλητικά.

- Ώστε μισή άγγελος, μισή βρικόλακας, σχολίασε με άνεση, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Τον κοίταξα ερωτηματικά.

- Τι εννοείς;Αυτό που λες είναι τελείως παράλογο. Δεν γίνεται.

Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.

- Κι όμως, μάλλον γίνεται γιατί αυτό είσαι.

Δεν μίλησα. Στην πραγματικότητα, δεν είχα κάτι να πω. Ήξερα ελάχιστα πράγματα γι’αυτό που ήμουν. Και το «ελάχιστα» ήταν ευφημισμός.

- Αλήθεια, έχεις κάτι ιδιαίτερο να κάνεις;με έβγαλε από τις σκέψεις η φωνή του.

- Απλά έψαχνα να δω τι υπάρχει τριγύρω.

- Ωραία. Δεν έρχεσαι μαζί μου, τότε;

Τον κοίταξα καχύποπτα.

- Πού;

- Στο δάσος μας.

Αυτό μου έφτιαξε κάπως την απαίσια διάθεση των τελευταίων ημερών.

- Δηλαδή ζει και κάτι άλλο εδώ εκτός από φαντάσματα;

- Αμέ…στο δάσος.

Ένιωθα μεγάλη περιέργεια, όμως ήμουν διστακτική. Στην τελική, τι λόγους είχα να τον εμπιστεύομαι;

- Με μένα στον ώμο σου δεν θα σε πειράξει κανείς, είπε λες και είχε μαντέψει τους φόβους μου.

Ανασήκωσα τους ώμους.

- Πολύ καλά…υποθέτω πως δεν μπορεί να είναι χειρότερο απ’ αυτό που άφησα πίσω μου.

Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα το βλέμμα του να με διαπερνάει.

- Είσαι στ’αλήθεια από το μέρος που βλέπω ότι είσαι;

Χαμήλωσα το κεφάλι. Ήταν κάτι που δεν ήθελα να συζητάω. Δεν είχα και τις καλύτερες αναμνήσεις από την Paragon City.

- Ναι, δυστυχώς. Αν και δεν το επεδίωξα, πίστεψέ με.

- Το ξέρω. Αλλά αυτό το μέρος μυρίζει επάνω σου.

- Τότε να θυμηθώ να κάνω μπάνιο το συντομότερο, σχολίασα κυνικά.

- Έχω μπανιέρα σπίτι μου, χαμογέλασε προκλητικά ο Akar.

Του ανταπέδωσα το χαμόγελο.

- Τέλεια. Λοιπόν; Να πηγαίνουμε;

Εκείνος μεταμορφώθηκε σε κοράκι και πέταξε στον ώμο μου. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως όταν έλεγε «μ’εμένα στον ώμο σου» το εννοούσε απόλυτα. Έκρωξε.

- Τώρα περιμένεις να σε καταλάβω;

Γύρισε και με κοίταξε. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κοράκι να με γδύνει με τα μάτια του. Και η επίγνωση πως, στην πραγματικότητα, ήταν ένας πανέμορφος άντρας, δεν βοηθούσε και πολύ.

- Θα μου δείξεις το δρόμο ή περιμένεις να τον βρω μόνη μου;

- Πήγαινε ευθεία, μου είπε, ρίχνοντας ένα τελευταίο, αυθάδικο βλέμμα στο σώμα μου.

Προχώρησα προς την κατεύθυνση που μου είπε και, λίγη ώρα αργότερα, φτάσαμε στις παρυφές ενός δάσους. Ήταν θεοσκότεινο και ίσως να με τρόμαζε αν δεν ήταν το γλυκό φως που έβγαινε από τις φωλιές με τις πυγολαμπίδες. Στράφηκα στον Akar γεμάτη θαυμασμό.

- Το δάσος σας είναι πανέμορφο…

Με κοίταξε παραξενεμένος.

- Περίεργο. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ήρθαν εδώ δεν είχαν την ίδια εντύπωση. Ήταν πολύ απασχολημένοι με το να ουρλιάζουν, όταν κατάλαβαν ότι θα τους τρώγαμε. Yes, we’re man-eaters.

- Δεν είμαι άνθρωπος και δεν είμαι άντρας, σχολίασα.

- Αυτό…είναι το μόνο σίγουρο.

Μπήκαμε στο δάσος, το οποίο, εσωτερικά, ήταν ακόμη πιο όμορφο. Κοίταξα γύρω μου, σχεδόν μην μπορώντας να πιστέψω ότι ήμουν ξύπνια. Τα δέντρα ήταν γεμάτα πανέμορφα, ξύλινα σπίτια και, παντού γύρω μου, κυκλοφορούσαν πλάσματα σαν τον Akar, αλλά και άλλα, διαφορετικά. Ένα από αυτά, μικρόσωμο και γεροδεμένο, αλλά όμορφο παρόλα αυτά, με κοίταξε λαίμαργα και μίλησε στον Akar σε μια άγνωστη γλώσσα. Εκείνος του απάντησε κάτι και το πλάσμα έφυγε, εμφανώς εκνευρισμένο. Κατάλαβα πως, υπό άλλες συνθήκες, μάλλον θα αποτελούσα το γεύμα του και ανατρίχιασα. Τότε ο Akar μεταμορφώθηκε ξανά κι άρχισε να προχωράει δίπλα μου.

- Το καταλαβαίνεις, φυσικά, πως αν δεν ήμουν εγώ μαζί σου θα είχες πρόβλημα, είπε μειλίχια.

- Και τι θέλεις γι’αυτό; τον ρώτησα. Δηλαδή…είναι σαφές το τι θέλεις, αλλά δεν πιστεύω πως αυτός είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο με έφερες εδώ.

- Δεν είναι. Ο άλλος λόγος ήταν η περιέργεια.

- …

Εκείνη τη στιγμή φτάσαμε μπροστά σ’ένα δεντρόσπιτο κι ο Akar μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Το σπίτι ήταν εξ ολοκλήρου φτιαγμένο από ξύλο κι η αισθητική του δεν έμοιαζε με τίποτα απ’ όσα είχα δει μέχρι τότε. Μέσα, ήταν μια κοπέλα, εξίσου όμορφη μ’ εκείνον, με μαλλιά τόσο ξανθά που έμοιαζαν άσπρα. Σκούπιζε κι όταν εμφανιστήκαμε ήρθε να μας υποδεχτεί.

- Από δω η γυναίκα μου η Arika, είπε ο Akar.

Τον κοίταξα έκπληκτη. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα ν’ακούσω.

- Περίεργη ιδέα έχετε για το γάμο, σχολίασα.

Με κοίταξε ερωτηματικά.

- Γάμο;

- Ένωση…οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που έχετε.

- Είμαστε προορισμένοι να είμαστε μαζί, μου είπε σαν να έλεγε κάτι εντελώς καθημερινό.

- Τι εννοείς;

- Από τη μέρα που γεννιόμαστε μέχρι να πεθάνουμε, θα είμαστε μαζί. Έτσι γλιτώνουμε όλους αυτούς τους μπελάδες και την κτητικότητα…κι αν ένας από τους δύο θέλει να κάνει κάτι με κάποιον άλλον, πού το κακό;

Γέλασα.

- Μ’αρέσει η φιλοσοφία σας.

Ο Akar πέρασε το χέρι του στα μαλλιά μου, με τράβηξε κοντά του και με φίλησε, ενώ η γυναίκα του συνέχισε να σκουπίζει, απαθέστατη. Όταν με άφησε, έκανε ένα βήμα πίσω, αναψοκοκκινισμένος και…κάπως μπερδεμένος.

- Φι…φιλάς πο…πολύ ωραία, είπε τραυλίζοντας.

Τότε η Arika παράτησε τη σκούπα της και στάθηκε ανάμεσά μας, κοιτάζοντας μία τον έναν και μία τον άλλον. Έριξε ένα βλέμμα στο κατακόκκινο πρόσωπο του Akar και μετά άρχισε να με περιεργάζεται.

- Μπορείς να μου εξηγήσεις τι καλύτερο έχεις από μένα;είπε τελικά.

Την κοίταξα κάπως αμήχανα. Η όλη κατάσταση μ’ έκανε να νιώθω λίγο έξω απ’τα νερά μου.

- Δεν έχω ιδέα, της είπα κι η απάντησή μου ήταν απόλυτα ειλικρινής.

- Σιγά…πόσο καλά μπορεί να φιλάς πια;

Ετοιμάστηκα να κάνω ένα άκρως καυστικό σχόλιο, αλλά δεν πρόλαβα, γιατί η κοπέλα απέναντί μου με άρπαξε και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου. Ύστερα από λίγο, απομακρύνθηκε από κοντά μου, σε κατάσταση παρόμοια με του Akar. Πρώτη φορά έβλεπα κάποιον να αντιδρά έτσι όταν τον φίλαγα. Η Arika με κοίταζε σχεδόν ερωτευμένα. Ο Akar τότε φάνηκε να συνέρχεται κάπως και με άγγιξε απαλά στο μάγουλο.

- Γιατί δεν πας μέσα, μιας που ήθελες να κάνεις και μπάνιο…κι έρχομαι σε μισό λεπτό, είπε.

Μπήκα στο δωμάτιο που μου έδειξε κι ήταν, πραγματικά, το πιο υπέροχο υπνοδωμάτιο που είχα δει ποτέ μου. Παρατηρούσα το τεράστιο κρεβάτι άφωνη, όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα…η Arika. Την κοίταξα απορημένη.

- Είχαμε μια διαφωνία με τον Akar…άρχισε να λέει.

Ανασήκωσα τα φρύδια μου.

- Διαφωνία; Ως προς τι;

- Ω, τίποτα σημαντικό…ως προς το…σαν τι θα έπρεπε να σε ικανοποιήσω. Σαν γυναίκα…ή σαν άντρας;είπε και στα τελευταία λόγια η μορφή της άλλαξε και έγινε αντρική.

Εντάξει, το είχα καταλάβει ότι μπορούσαν να αλλάζουν μορφές. Αλλά δεν είχα φανταστεί σε τι βαθμό έφτανε αυτή τους η ικανότητα. Πλησίασα την Arika και χαμογέλασα περιπαικτικά.

- Ειλικρινά…δεν έχω κανένα πρόβλημα. Όπως βολεύεσαι.

Με μια κίνηση, τα ρούχα της γλίστρησαν στο πάτωμα. Μου έριξε ένα βλέμμα και κινήθηκε προς τη μπανιέρα. Θαύμασα για λίγο το πανέμορφο κορμί της. Μου έκανε νόημα να κάτσω δίπλα της. Έβγαλα τα ρούχα μου, και μπήκα στο ζεστό νερό. Η Arika με κοίταξε λιγωμένα και άλλαξε πάλι τη μορφή της σε γυναικεία. Δεν πρόλαβα να καθίσω και την ένιωσα να τυλίγεται γύρω μου. Την τράβηξα προς το μέρος μου και τη φίλησα. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της.

Κάποια στιγμή, μετά από αρκετή ώρα και αρκετούς οργασμούς, ο Akar μπήκε κι εκείνος στο δωμάτιο και συνεχίσαμε και οι τρεις μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Εκείνοι έπεσαν για ύπνο αποκαμωμένοι. Λίγο αργότερα αποκοιμήθηκα κι εγώ. Είχα καιρό να νιώσω τόσο ήρεμα κι αυτό βοήθησε.

Όταν ξύπνησα, οι δυο τους κοιμούνταν ακόμα. Καθώς ετοιμαζόμουν να σηκωθώ, είδα μια μορφή καθισμένη στην άλλη γωνία του δωματίου. Ο άντρας ήταν τελείως ακίνητος κι έκανε απόλυτη ησυχία. Έμοιαζε λίγο με τον Akar, αλλά τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα και το δέρμα του έμοιαζε με μάρμαρο. Ήταν απίστευτα όμορφος. Σηκώθηκα αργά από το κρεβάτι και τον πλησίασα, γυμνή όπως ήμουν. Στο κάτω-κάτω με είχε ήδη δει, οπότε δεν υπήρχε λόγος να ντυθώ.

- Χαίρετε, είπα χαμηλόφωνα κι έκλινα το κεφάλι μου στο πλάι για να τον παρατηρήσω καλύτερα.

Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω μου χωρίς το παραμικρό σημάδι βιασύνης. Ήθελε να απολαύσει το θέαμα και ήθελε να το κάνει με την ησυχία του. Και με άφηνε να το καταλάβω. Χαμογέλασα ελαφρά.

- Είμαι ο Barim, μου είπε. Ο πρίγκιπας αυτής της πόλης.

- Rawvein.

Του άπλωσα το χέρι μου και το φίλησε, ακριβώς όπως και ο Akar το προηγούμενο βράδυ.

- Magnificent creature, σχολίασε χαμογελώντας με νόημα. Α…και…μη ντυθείς. Μ’αρέσει το θέαμα.

- Όπως επιθυμείς, του είπα, χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο ολόιδιο με το δικό του.

- Ώστε μισή άγγελος, μισή βρικόλακας, είπε ήρεμα.

Ήταν η δεύτερη φορά που το άκουγα αυτό. Συνοφρυώθηκα.

- Αλλά αποκηρυγμένη κι από τους δύο, συνέχισε. Σε κυνηγάνε…σωστά;

Περιορίστηκα σ’ένα απλό νεύμα.

- Και δεν έχεις κάποιο μέρος να μείνεις, έτσι δεν είναι;

- Όχι…

- Εδώ πάντως, είσαι ευπρόσδεκτη. Θα μπορούσες να μείνεις με τον Akar και την Arika.

Έριξα μια ματιά στα πανέμορφα πλάσματα που κοιμούνταν γυμνά στο κρεβάτι πίσω μου και χαμογέλασα σαρδόνια.

- Νομίζω πως δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να με φιλοξενήσουν.

- Πράγματι, είπε ο Barim. Ειδικά η Arika. Σ’ έχει ερωτευτεί. Τον Akar τον αγαπάει όσο τίποτα, αλλά…εσένα σ’ έχει ερωτευτεί.

Τον κοίταξα ερωτηματικά. Δεν ήμουν σίγουρη πως καταλάβαινα τη διαφορά. Εκείνος χαμογέλασε.

- Ο Akar μετράει τέσσερις αιώνες…η Arika είναι νεότερη…μόλις διακοσίων ετών. Όπως καταλαβαίνεις, είχαν πολύ καιρό στη διάθεσή τους για να ξεπεράσουν την κτητικότητα που χαρακτηρίζει τη δική σας κοινωνία. Και είναι δεμένοι για πάντα.

Δε μίλησα. Προσπαθούσα να χωνέψω το «τέσσερις αιώνες». Ο Barim μάλλον το κατάλαβε, γιατί έκλινε το κεφάλι του, χαμογελώντας εύθυμα.

- Εγώ είμαι ο γηραιότερος απ’ όλους. Αλήθεια, πόσων χρονών με κάνεις;

Δεν έπεσα στην παγίδα, αν και η πρόκληση ήταν μεγάλη. Ανασήκωσα τους ώμους.

- Αν ήσουν άνθρωπος, θα μπορούσα να υπολογίσω…αλλά δεν είσαι.

- Μετράω είκοσι αιώνες.

Και μ’αυτή τη δήλωση σηκώθηκε από την καρέκλα όπου καθόταν. Ήταν αρκετά ψηλότερος από μένα. Έβγαλε από τις ρόμπες του ένα πράσινο πετράδι και μου το έδωσε.

- Αυτό δείχνει πως έχεις δικαίωμα να κυκλοφορείς στην πόλη, είπε. Είναι ένα από τα μάτια των νεκρών μας.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα στη φωνή του το βάρος και τη σοφία των αιώνων. Πήρα το πετράδι κι έκανα μια ελαφριά υπόκλιση.

- Είναι μεγάλη τιμή.

Φάνηκε να ευχαριστιέται με τα λόγια του.

- Λοιπόν, θα μείνεις;

- Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να είναι…χμ…κουραστικό γι’αυτούς. Να μείνω μαζί τους, εννοώ.

Ο Barim χαμογέλασε, ενώ τα μάτια του δεν άφηναν το σώμα μου δευτερόλεπτο. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησε η Arika. Με το που είδε τον Barim μέσα στο δωμάτιο, τινάχτηκε από το κρεβάτι κι έπεσε στα γόνατα, μπροστά του.

- Άρχοντά μου, τι τιμή…

- Έλα, έλα Arika, σήκω πάνω. Πώς θα σου φαινόταν να φιλοξενούσατε τη Rawve